Περί κυβερνήσεων συνεργασίας…

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία, βοηθούντος και του εκλογικού συστήματος, για το ενδεχόμενο να μην προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση από την εκλογή της 16/9. Ένα ενδεχόμενο, που από ότι δείχνει, απασχολεί έντονα, όχι μόνο το δημοσιογραφικό λόμπι, όχι μόνο τα κομματικά επιτελεία, αλλά και μεγάλο μέρος των πολιτών.

Είναι φυσικό να δημιουργείται τόσο έντονη συζήτηση γύρω από αυτό το ενδεχόμενο, καθότι η πολιτική κουλτούρα στην Ελλάδα κάθε άλλο παρά προηγμένη είναι. Έχουμε να κάνουμε με ένα εκλογικό σώμα, με ένα σώμα πολιτών ορθότερα, το οποίο έχει εθιστεί στην έννοια της μονοκομματικής κυβέρνησης, ως εγγύηση της πολιτικής σταθερότητας.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι τυχαίο. Ενισχύεται, μάλιστα, από το γεγονός, ότι ποτέ στην Ελλάδα δεν εφαρμόστηκε η απλη αναλογική, ούτε καν με τον περίφημο εκλογικό νόμο ‘Κουτσόγιωργα’ (1989-1990), όπου ίσχυε μεν, αλλά με την ενισχυμένη παραμόρφωση του +1 (δεν κρίνω σκόπιμο να μπω σε λεπτομέρειες, απλά αν π.χ, σε μία εκλογική περιφέρεια αντιστοιχούν 4 έδρες, το σύνολο των έγκυρων ψήφων διαιρείται με 4+1=5 για να προκύψει το εκλογικό μέτρο, άρα πάλι προκύπτουν παραμορφώσεις της λαϊκής βούλησης).

Από την μέχρι σήμερα παρατηρούμενη πολιτική-εκλογική παιδεία μας, προκύπτει, ότι δύο σημεία αποτελούν ξένο τόπο:

  • για ποιον ακριβώς λόγο πρέπει το 40% των ψήφων να αντιστοιχεί σε άνω του 50% των εδρών στο Κοινοβούλιο; Είναι φανερή η παραμόρφωση- μεγένθυνση που προκύπτει υπέρ του πρώτου κόμματος, είναι όμως αποδεκτή από την ευρεία πλειοψηφία των πολιτών.
  • οι εκλογές δεν γίνονται για να εκλέξουμε κυβέρνηση. Γίνονται, ώστε το εκλογικό σώμα να εκλέξει τους αντιπροσώπους του στο Κοινοβούλιο. Αυτοί με τη σειρά τους δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης σε Κυβέρνηση, στην δε πορεία της τετραετίας οφείλουν να της ασκούν έλεγχο, σε αντιδιαστολή με τη σημερινή πραγματικότητα, όπου εκχωρώντας τη νομοθετική εξουσία του Κοινοβουλίου, οι εκάστοτε κυβερνητικοί βουλευτές υπερψηφίζουν τα κάθε λογής νομοσχέδια που η κυβέρνηση καταστρώνει. Αυτή η στοιχειώδης έννοια τουΣυνταγματικού πνεύματος, καταστρατηγείται στην πράξη, αλλά και στη λογική των περισσότερων πολιτών.

Έχω επιχειρηματολογήσει σε άλλο άρθρο για την ιστορική ευκαιρία που καταγράφεται, να αμφισβητηθεί στην πράξη το παρωχημένο μεταπολιτευτικό μοντέλο του δικομματισμού. Λαμβάνοντας, όμως, τα παραπάνω υπόψη, τότε διαπιστώνω ότι μεγάλη μερίδα πολιτών, αν και επιθυμεί την αμφισβήτηση αυτή, δεν έχει κατανοήσει ακριβώς σε τι αυτή συνίσταται. Αν μιλάμε για το τέλος της μεταπολίτευσης, αν μιλάμε για το τέλος των μονοκομματικών κυβερνήσεων, τότε μιλάμε είτε για κυβερνήσεις συνεργασίας, είτε για κυβερνήσεις με ψήφο ανοχής.

Ξεπερνώντας τη βασική προϋπόθεση της καθιέρωσης της απλής αναλογικής, ως το μόνο ανόθευτο εκλογικό σύστημα, που επακριβώς αποτυπώνει σε μέτρο αντιπροσώπευσης τη βούληση των πολιτών, και με τον τρόπο αυτό συμβάλει στην απελευθέρωση εγκλωβισμένων κοινωνικών δυνάμεων, ξεπερνώντας ακόμη και την ευνουχισμένη νομοθετική (κυβερνητική-πρωθυπουργική) λειτουργία του Κοινοβουλίου, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ, τι ακριβώς σημαίνει στη σημερινή ελληνική πολιτική σκηνή, η προοπτική μη αυτοδυναμίας.

the day after

  • Όπως καταγράφονται οι πολιτικές συνθήκες σήμερα, στη βάση των προγραμμάτων των κομμάτων, τότε η μόνη ισχυρή και λειτουργική πιθανότητα που προκύπτει για κυβέρνηση συνεργασίας, είναι ο μεγάλος συνασπισμός (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) στα πρότυπα της Γερμανίας. Κρίνω ότι έχει μικρή σημασία, ότι φαινομενικά κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν είναι έτοιμο για αυτό το ενδεχόμενο. Σαφώς σημαντικότερο είναι το γεγονός, ότι στον ένα ή τον άλλο βαθμό, τα δύο εναλλακτικά κυβερνητικά προγράμματα που κατατέθηκαν από τους φορείς του δικομματισμού, τελικά συγκλίνουν σε πολύ περισσότερα σημεία από ότι διαφοροποιούνται. Μία βασική αρχή, συνεπώς, των κυβερνήσεων συνεργασίας, η προγραμματική σύγκλιση, ικανοποιείται με τη συνεργασία των δύο μεγάλων κομμάτων. Ούτως ή άλλως, τα δύο βασικά σχήματα της Αριστεράς (ΚΚΕ – ΣΥΡΙΖΑ) έχουν αποκηρύξει οποιοδήποτε ενδεχόμενο συνεργασίας, με κυβερνήσεις που χαρακτηρίζονται από πρόγραμμα νεο-φιλελεύθερης κατεύθυνσης. Το μόνο ενδεχόμενο που απομένει, είναι το ψάρεμα σε θολά νερά του ΛΑΟΣ να αποδώσει κυβερνητικούς θώκους και ενσωμάτωση στην κυβερνητική λειτουργία μιας συνεργασίας.
  • Πιο ενοχλητική, τουλάχιστον στη δική μου λογική, είναι μια άλλη διάσταση που προκύπτει από το ζήτημα των ενδεχόμενων συνεργασιών. Οι φορείς του δικομματισμού σπεκουλάρουν με το ενδεχόμενο αυτό. Από τη μία, ασκούν πίεση στη βούληση του εκλογικού σώματος, προπαγανδίζοντας τις (όποιες θεωρούν) αρνητικές επιπτώσεις της μη αυτοδυναμίας. Από την άλλη, λειτουργούν στρατηγικά στη λογική της ‘καβάντζας’, με την έννοια ότι θεωρούν υποχρέωση, με τον ένα ή άλλο τρόπο, των μικρών κομμάτων να συνεργαστούν στη λογική, όμως, των κυβερνητικών προγραμμάτων που τα ίδια τα μεγάλα κόμματα πρότειναν. Για να το θέσω απλούστερα, υπάρχει η λογική του ‘λέγε ότι θες, και μετά τις εκλογές τα βρίσκουμε’. Αν μη τι άλλο, αυτό καταδεικνύει και την αλαζονία που έχει εγκαθιδρυθεί στο υπάρχον πολιτικό σύστημα, λόγω του μοντέλου του δικομματισμού. Γιατί επιτέλους δεν αντιστρέφουμε τη συζήτηση; Γιατί θεωρούνται ως δεδομένα, ως αληθινά, ως τεκμηριωμένα, ως εφαρμόσιμα τα προγράμματα του δικομματισμού; Γιατί οι ‘μεγάλοι’ αρνούνται να μπουν σε μία εξ αρχής κατά βάση συζήτηση; Με τέτοιους όρους οραματίζονται κυβερνητικές συνεργασίες; Κλακαδόρους στη Βουλή ψάχνουν;

Θεωρώ βασική δημοκρατική αναγκαιότητα, το εκλογικό σώμα να μείνει μακριά από στρατηγίστικου τύπου πιέσεις περί μη αυτοδυναμίας. Στο κάτω-κάτω, οι θιασώτες των αυτοδυναμιών, θα πρέπει να ψάξουν την (όποια) νομιμοποίησή τους, αν επιτύχουν αποδοχή στην πραγματική πλειοψηφία του σώματος, δηλαδή το 50%. Τα θεωρητικά σχήματα περί σεβασμού ή μη των πλειοψηφιών, ή περί ‘μικρομεγαλισμού’ των μειοψηφιών, είναι αστήρικτα με βάση τη λαϊκή βούληση, τουλάχιστον από το 1977 μέχρι σήμερα.

Στις 16/9 να τολμήσουμε να αμφισβητήσουμε το δικομματισμό. Να μην υποκύψουμε στις Πρετεντερικής έμπνευσης σπέκουλες που μας βομβαρδίζουν. Κάποτε πρέπει να καταλάβουν, ότι το παραμύθι της αλλοίωσης της πολιτικής έκφρασης των πολιτών, μέσω στρεβλωτικών εκλογικών νόμων, πρέπει να πάψει. Και όσο πιο ισχυρό είναι το αίτημα να πάψει η αλαζονία του δικομματισμού, τόσο πιο διαλακτικοί θα γίνονται οι φορείς του.

Ιδού η Ρόδος…

~ από Dream Geizer στο 1/9/2007.

Υποβολή απάντησης