Η ταξική διάσταση του πληθωρισμού

Ο πληθωρισμός είναι ένας δείκτης που αντικατοπτρίζει τη μεταβολή των τιμών σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (συνήθως έτος) και για δεδομένο σύνολο προϊόντων, το λεγόμενο ¨καλάθι της νοικοκυράς¨. Μπορεί λοιπόν το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης διατηρώντας ή αυξάνοντας κατά ένα μικρό ποσοστό π.χ 1% το ρεύμα, το νερό και τα τέλη κυκλοφορίας, να ισοσταθμίσει αυξήσεις 10-12% στα ρούχα ή στα … παντζάρια, και το συνολικό αποτέλεσμα που προκύπτει να προσεγγίζει το μέσο κοινοτικό πληθωρισμό, γύρω στο 3-4%. Είναι ένα από τα θαύματα της εφαρμογής του MS Excel ως εργαλείου εφαρμογής οικονομικής πολιτικής.

Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά που συνθέτουν την έννοια του πληθωρισμού είναι η διαχρονική παρατήρηση σε δεδομένο χρονικό διάστημα της εξέλιξης των τιμών σε συγκεκριμένο δείγμα αγαθών, και η σύνθεση του δείγματος αυτού. Υπάρχουν πλέον αποφάσεις τις ευρωπαϊκής επιτροπής που καθορίζουν ακριβώς πως μετράται ο πληθωρισμός, ώστε να υπάρχει μια ομοιομορφία στα στατιστικά στοιχεία της ένωσης και να εξάγονται συγκρίσιμα συμπεράσματα, αποκλειομένων των γνωστών τρικ επηρεασμού της μέτρησης, ιστορικό Hobby των εθνικών κυβερνήσεων. Όπως όμως με ανάλαφρο ύφος περιγράφηκε στην παραπάνω παράγραφο, είναι δυνατό να γίνουν και ”νόμιμα” τρικ, ώστε κάθε φορά να διαμορφώνεται η επιθυμητή στατιστική ”πραγματικότητα”.

Τι δείχνει όμως τελικά το νούμερο που μετράται ως πληθωρισμός; Θεωρητικά δείχνει την ετήσια επιβάρυνση στο εισόδημα των καταναλωτών, με βάση την οποία γίνεται η μισθολογική αναπροσαρμογή. Είναι όμως έτσι; Εδώ μάλλον αρχίζουν τα δύσκολα για την ανάλυσή μας.

Ας αναφερθώ αρχικά στα επίσημα στατιστικά δεδομένα. Το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών έχει (προφανώς!) ήδη διαπιστώσει τις διαστρεβλώσεις που μπορεί να υπάρξουν στην μέτρηση του πληθωρισμού, παρά τις ντιρεκτίβες. Για το λόγο αυτό κάνει ήδη μία διάκριση ανάμεσα στον καταγραφόμενο πληθωρισμό, και στον προσλαμβανόμενο, αυτόν που τελικά γίνεται αισθητός στα νοικοκυριά. Ο προσλαμβανόμενος πληθωρισμός αφορά την αντίληψη των νοικοκυριών για το ύψος αύξησης των τιμών και διαπιστώνεται με τη χρήση ερωτηματολογίων. Από την Ελευθεροτυπία της 18 Οκτωβρίου 2003: ”… η μέτρηση του “προσλαμβανόμενου” πληθωρισμού γίνεται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, στο πλαίσιο έρευνας συγκυρίας με βάση εναρμονισμένα ερωτηματολόγια. Το γεγονός αυτό έχει έντονες παρενέργειες, σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ. Δίνεται δηλαδή από τους καταναλωτές δυσανάλογα μεγάλη προσοχή στις μεταβολές που πραγματοποιούνται ακόμη και σε μεμονωμένα είδη, με αμελητέα επίδραση στον οικογενειακό προϋπολογισμό. “Μεταβολές στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών μικρής αξίας, που όμως αγοράζονται καθημερινά, αποσπούν ιδιαίτερα την προσοχή, στρεβλώνουν τη διαισθητική καταγραφή της πορείας των τιμών και δημιουργούν πληθωριστικές προσδοκίες πολύ υψηλότερες απ’ ό,τι θα δικαιολογούσε η πραγματική άνοδος των τιμών”. Και είναι βέβαια γνωστό ότι η ενίσχυση των πληθωριστικών προσδοκιών αυξάνει τελικώς τις τιμές.”

Γίνεται πλέον και επιστημονικά σαφές ότι άλλο πράγμα ο πληθωρισμός που επίσημα καταγράφεται από τις αρμόδιες στατιστικές υπηρεσίες, και άλλο αυτός που τελικά βαραίνει την τσέπη του καταναλωτή. Η πραγματικότητα βέβαια είναι ένα πολυσύνθετο γεγονός, ή καλύτερα η συνισταμένη πολλών ανεξάρτητων αλλά συσχετιζόμενων γεγονότων. Και το ερώτημα που ανακύπτει είναι, πόσο τελικά περιγραφικό μπορεί να είναι ένα νούμερο; Αρκεί η αποτύπωση του πληθωρισμού σε έναν αριθμό για να περιγράψει την πραγματικότητα; Μακροοικονομικά ίσως, στο βαθμό που δίνει μια μεταβλητή η οποία χρησιμοποιείται για περαιτέρω ανάλυση οικονομικών δεδομένων και χάραξη οικονομικής πολιτικής. Πρακτικά όμως, μπορεί ένας και μοναδικός πληθωρισμός να δώσει αξιόπιστα συμπεράσματα για την χάραξη της πολιτικής αυτής;

Υπάρχουν άπειρα νοικοκυριά. Κάθε νοικοκυριό με βάση τη χρησιμότητα που απολαμβάνει από κάποια αγαθά, επιδεικνύει τελικά ελαφρώς (ή και ουσιωδώς) διαφορετική καταναλωτική συμπεριφορά. Η επιστήμη της κοινωνιολογίας έχει οργανώσει την κοινωνία σε διαβαθμισμένες τάξεις, όχι απαραίτητα με τη μαρξιστική διαλεκτική. Με βάση τον βασικό ταξικό διαχωρισμό, μπορούμε να διαπιστώσουμε εύκολα διαμετρικά διαφοροποιούμενες καταναλωτικές συμπεριφορές. Συνεπώς το ‘καλάθι της νοικοκυράς’ δεν είναι το ίδιο και το αυτό για όλο το φάσμα της οικονομίας, αλλά μάλλον διαμορφώνεται ταξικά. Από τη στιγμή που διαπιστώνεται η ύπαρξη διαφοροποιημένων δειγμάτων, θα μπορούσε να γίνει ξεχωριστή μέτρηση του τιμαρίθμου σε αυτά. Που καταλήγει η λογική αυτή; Στο αυτονόητο, στην ύπαρξη διαφορετικών ρυθμών πληθωρισμού για διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.

Συνεπώς κατά την γνώμη μου δεν έχει νόημα η αποτύπωση της αύξησης των τιμών σε έναν μοναδικό αριθμό. Αυτός αποτελεί απλά τον αριθμητικό μέσο όρο των διαφορετικών ταξικών πληθωρισμών που παρατηρούνται στην πραγματική οικονομική ζωή. Δεδομένης, όμως, της σημαντικότητας της έννοιας του πληθωρισμού στην οικονομική ανάλυση, θα ήταν πολύ χρησιμότερο, αν αντί να ανακοινώνεται ένας πληθωρισμός κάθε μήνα, να δίνεται στη δημοσιότητα του διάστημα εμπιστοσύνης αυτού, ένα διάστημα που θα ερμηνεύει π.χ. το 90% των καταγραφόμενων καταναλωτικών συνηθειών. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, άλλο πράγμα να λες ”ο πληθωρισμός τρέχει με 3,5%” και άλλο να λες ”ο πληθωρισμός για τον τρέχοντα μήνα εκτιμάται από 3% ως 5,5%”. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.

(Πρώτη δημοσίευση: www.electridea.gr – Τεύχος 12 – Οκτώβριος 2003)

~ από Dream Geizer στο 3/10/2003.

Υποβολή απάντησης