Γιγαντουπόλεις και underground αισθητική
Ο όρος underground, αν και χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για να χαρακτηρίσει έργα Τέχνης, είναι όρος αρνητικά ορισμένος. Δεν μπορεί κάποιος με σαφήνεια να πει ποια είναι τα χαρακτηριστικά που πρέπει να υπάρχουν, ώστε ένα έργο Τέχνης να εμπίπτει στη συγκεκριμένη κατηγορία. Χονδρικά, θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως underground, ό,τι δεν είναι mainstream. Δηλαδή, οτιδήποτε δεν βασίζεται και δεν αναπαράγει με εύπεπτο τρόπο την κυρίαρχη λογική και τη μαζική αισθητική. Είναι φανερό, ότι μια τέτοια κατηγοριοποίηση εμπεριέχει μεγάλη ασάφεια, και μόνο εξ ορισμού.
Λόγω της ασάφειας αυτής, μπορεί πολύ εύκολα να ταυτιστεί το underground με τον πεσιμισμό, την ωμότητα, την κουλτούρα, το ασαφές χάος και πάει λέγοντας. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πεσιμιστικά, ωμά, κουλτουριάρικα ή χαοτικά αριστουργήματα. Αλλού είναι το θέμα, όμως. Προσπαθώντας να βάλω ένα πλαίσιο για να προχωρήσω τη σκέψη μου, θα θεωρήσω ότι underground είναι οποιαδήποτε καλλιτεχνική προσπάθεια δεν αρκείται στο ήδη δεδομένο. Είναι τα έργα που προσπαθούν να διαφοροποιηθούν από το μαζικά κατεστημένο, τόσο στη βάση του περιεχομένου, της δομής, της συνέχειας, όσο και στη βάση της αισθητικής. Ίσως με αυτό το αρχικό πλαίσιο να αποφεύγεται η παγίδα που έχει στηθεί γύρω από τον όρο underground και του έχει προσδώσει αποκλειστικά τα χαρακτηριστικά που απαρίθμησα παραπάνω.
Το ρεύμα των παραγωγών που προσπαθούν να ενδυθούν ένα underground χιτώνιο, αλλά και των ακόλουθων-οπαδών τέτοιων προσπαθειών, όλο και διογκώνεται. Γιατί όμως; Είναι πια τόση η βαρεμάρα και η απέχθεια προς το mainstream; Τα έχουμε δει και κάνει όλα, και ψάχνουμε τώρα για το νέο; Είμαστε μοντέρνοι νέοι; Ή υπάρχουν κάποιες ιστορικές συνθήκες που γέννησαν το underground ως κίνημα, το ανέθρεψαν και πλέον το φέρνουν στην εμπορική επιφάνεια;
Η αστικοποίηση είναι φαινόμενο που προέκυψε μέσα από τον τρόπο οργάνωσης της οικονομικής και κοινωνικής ζωής μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Η μετατόπιση του κέντρου βάρους του οικονομικού συστήματος από τη γη και την εργασία, στο κεφάλαιο ως μέσο παραγωγής, επέφερε τοπική συγκέντρωση των συντελεστών παραγωγής, άρα και της αγοράς εργασίας. Και η αυξανόμενη ζήτηση εργατικού δυναμικού στις κεφαλαιουχικές παραγωγικές συγκεντρώσεις, οδήγησε στη διόγκωση των πόλεων ως χώρων διαβίωσης, αγοραίας οικονομίας και κοινωνικής ζωής. Και όσο περισσότερο επιβάλλεται ο ρόλος του κεφαλαίου ως αποκλειστικού κινητήριου μοχλού της οικονομικής δραστηριότητας, τόσο οδηγούμαστε σε έναν κοινωνικό ιστό από συγκροτήματα μητροπολιτικών και περιφερειακών γιγαντουπόλεων.
Η Τέχνη ως κοινωνικό παράγωγο επηρεάζεται από τη δομή του κοινωνικού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο και λόγω του οποίου υπάρχει, και το οποίο προσπαθεί να ερμηνεύσει. Ας φανταστούμε μία κοινότητα 1000 κατοίκων, και την καθημερινή τους ζωή. Τη δουλειά, τα πανηγύρια, τα μίση και πάθη. Και ας φανταστούμε έναν-δύο ανθρώπους που προσπαθούν να δουν πιο πέρα από αυτά. Που προσπαθούν να καταλάβουν πράγματα, που οι υπόλοιποι τα θεωρούν εκ γενετής δεδομένα. Μπορούν; Όχι χωρίς να περιθωριοποιηθούν, χωρίς να χαρακτηριστούν απόκληροι, τρελοί, κομμουνιστές, αήθεις, ιερόσυλοι, επικίνδυνοι, δολοφόνοι, κλεφτοκοτάδες κλπ κλπ. Σε μια τέτοια μικρή κοινότητα, η όποια Τέχνη αναπαράγει μοιραία τα κοινωνικά αξιώματα. Και οι όποιες ειλικρινές προσπάθειες που προσβλέπουν στην καταγραφή και ερμηνεία του κοινωνικού γίγνεσθαι από μια διαφορετική οπτική γωνία, απλά αφορίζονται, καίγονται, λιθοβολούνται.
Σε μια μεγαλούπολη όμως, γιγαντούπολη πλέον, τα πράγματα διαφοροποιούνται αρκετά. Κατ’ αρχή δεν υπάρχει μόνο μία κοινότητα. Υπάρχουν, συνυπάρχουν ίσως, συμπληρωματικά ή ανταγωνιστικά, αναρίθμητες μικρές ή μεγάλες συλλογικότητες. Πολλά μέλη της κοινωνίας μάλιστα ανήκουν σε περισσότερες από μία κοινωνικές ομάδες, ανάλογα με την κάθε φορά ιδιότητά τους. Από την άλλη πλευρά, ο όγκος του πληθυσμού διασφαλίζει την ανωνυμία και την μη αναγνωρισιμότητα. Οπότε αυτόματα δημιουργείται το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να καλλιεργηθούν και να ανθήσουν σπόροι εναλλακτικής σκέψης. Σκέφτομαι αν η περιβόητη ανοχή των δημοκρατικά οργανωμένων κοινωνιών είναι πολιτική και κοινωνική ανάγκη, ή απλά μια δυσλειτουργία των γιγαντουπόλεων. Είναι πολύ δύσκολο να τιθασευτούν όλες οι φυγόκεντρες δυνάμεις, έστω και αν για αυτόν το σκοπό δημιουργούνται και χρησιμοποιούνται βασικοί κοινωνικοί θεσμού όπως εκπαίδευση, εκκλησία, μέσα μαζικής ενημέρωσης. Πάντως, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η ανοχή αυτή λειτουργεί θετικά, στο βαθμό που επιτρέπει την ανάπτυξη αλλά και την αποδοχή από ένα υποσύνολο της κοινότητας, μιας έκφρασης του διαφορετικού.
Θα ήταν λοιπόν πιο δόκιμο αν μιλούσαμε για ουρμπανισμό και όχι για underground; Η αποξένωση και το άγχος του καθένα μας στην προσπάθειά μας να ενταχθεί, να λειτουργήσει και να επιζήσει στη σύγχρονη γιγαντοαστική οργάνωση, δίνει τροφή για υποσυνείδητο και ενσυνείδητο συλλογισμό πάνω σε όλα τα προβλήματα της καθημερινότητας μας. Η πολυπλοκότητα της αστικής κοινωνικής πραγματικότητας φέρνει πολυπλοκότητα στην ιεράρχηση των αναγκών, υλικών και συναισθηματικών, δημιουργώντας πολύπλοκα ανικανοποίητα εσωστρεφή άτομα με βασικό άξονα ζωής την καταναλωτική επιβίωση. Φαντάζομαι ότι μέσα από ένα ευρυγώνιο φακό θα βλέπαμε την παραπάνω θέση να υπάρχει ως κεντρική ιδέα ή ως μοτίβο στις περισσότερες underground καλλιτεχνικές προσπάθειες. Μη μας ξενίζει λοιπόν η διόγκωση και αυξανόμενη αποδοχή της συγκεκριμένης αισθητικής. Πρόκειται απλά για τον πολιτισμό των γιγαντουπόλεων.
(Πρώτη δημοσίευση: www.electridea.gr – Τεύχος 7 – Οκτώβριος 2002)

RSS Feed
under.const.action[@]gmail[.]com
Downloads



Υποβολή απάντησης