Ευρωπαϊκή Ένωση: Tα ανταγωνιστικά προτεινόμενα μοντέλα πανευρωπαϊκής διακυβέρνησης και η λαϊκή κυριαρχία

Δυόμισι χρόνια μετά την έναρξη της Οικονομικής και Νομισματικής ενοποίησης, και τέσσερις μήνες πριν την εισαγωγή του Ευρώ στην πραγματική οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρκετά κράτη-μέλη μεταφέρουν πλέον τον προβληματισμό τους από το πεδίο της οικονομικής πολιτικής και των διαδικασιών ενοποίησης και διεύρυνσης στο πεδίο της διερεύνησης μελλοντικών μοντέλων διακυβέρνησης της ίδιας της Ένωσης. Ο προβληματισμός των ευρω-εταίρων πάνω στο συγκεκριμένο θέμα δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Από την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το 1952 ως σήμερα έχουν κατά καιρούς κατατεθεί απόψεις σχετικές με τον τρόπο της διακυβέρνησης της σχεδιαζόμενης τότε, πραγματικής σήμερα Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναπτύχθηκαν μάλιστα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής πολιτικής ζωής ρεύματα όπως αυτό των ‘Φεντεραλιστών’, οι οποίοι προτείνουν την ίδρυση των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.

Η όλη αυτή προβληματική είχε παραμείνει για αρκετό καιρό στο περιθώριο, στο βαθμό που κύριο μέλημα των εταίρων ήταν κατά την τελευταία δεκαετία η σύγκλιση στα κριτήρια της Συνθήκης του Maastricht (1992) και η μετάβαση στην ΟΝΕ το 1999. Με τη συνθήκη του Maastricht τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο της σύγκλισης των οικονομιών των κρατών-μελών, ώστε να ανοίξει ο δρόμος προς την οικονομική και νομισματική ενοποίηση, η οποία θα λειτουργούσε σαν όχημα προς την πολιτική Ένωση, όπως αυτή προβλέπεται στην ιδρυτική διακήρυξη της ΕΟΚ (1952). Και από τη στιγμή, που ο στόχος της πλήρους ενοποίησης είναι για κάποιους ορατός πλέον, λογικό είναι και να αναζωπυρώνεται η συζήτηση για το μοντέλο διακυβέρνησης του μελλοντικού Ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Σε ώριμο, πλέον, περιβάλλον, δύο από τις ηγέτιδες δυνάμεις στους κόλπους της Ευρωπαϊκής ένωσης κατέθεσαν τους τελευταίους μήνες την άποψη τους για το μοντέλο που πρέπει να υιοθετηθεί για τη διακυβέρνηση της Ένωσης. Το πρώτο βήμα έγινε από τον καγκελάριο της Γερμανίας Schroeder, ο οποίος ταυτιζόμενος σε πολλά σημεία με τη φεντεραλιστική πλατφόρμα, πρότεινε την αναβάθμιση του ρόλου της Commission με την εκχώρηση σε αυτήν αρμοδιοτήτων ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Ένωσης. Το γερμανικό μοντέλο προτείνει δηλαδή ανοιχτά τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων των ‘τοπικών κυβερνήσεων’ και ουσιαστικά τη συγκρότηση μιας ομοσπονδίας κρατών στα πρότυπα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, όπου η εκτελεστική εξουσία θα ασκείται από την αναβαθμισμένη Commission με τη συνεπικούρηση των ήδη θεσμοθετημένων συμβουλίων υπουργών και πρωθυπουργών, ενώ η νομοθεσία θα παράγεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο Ευρωκοινοβούλιο.

Η πρώτη συγκροτημένη και τεκμηριωμένη αντίδραση στο ομοσπονδιακό μοντέλο προήλθε από την πλευρά της Γαλλίας, με το διάγγελμα του πρωθυπουργού Jospin σχετικά με το γαλλικό όραμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο διάγγελμα αυτό ήταν σαφής η κριτική αναφορά στη γερμανική πρόταση, καθώς και η γαλλική αντιπρόταση, η οποία βασίζεται στη συγκρότηση συνομοσπονδίας κυρίαρχων κρατών, όπου ουσιαστικές αρμοδιότητες θα παραμείνουν εκχωρημένες στις ‘τοπικές κυβερνήσεις’, ενώ ο συνολικός σχεδιασμός της στρατηγικής της Ένωσης θα παράγεται από την Commission και τα συμβούλια υπουργών και πρωθυπουργών. Όπως είναι φανερό, η γαλλική πρόταση ουσιαστικά διατηρεί το υπάρχον πλαίσιο λειτουργίας της Ένωσης, αναγνωρίζοντας όμως ότι με κάποιο τρόπο πρέπει να καθοριστούν οι διευρυμένες αρμοδιότητες των κεντρικών ευρωπαϊκών οργάνων.

Η αναμενόμενη για τα αμέσως επόμενα χρόνια ζύμωση μεταξύ των εταίρων σε σχέση με το ζήτημα του μοντέλου διακυβέρνησης της Ένωσης, είναι μοιραίο να διαποτιστεί από το σύνηθες μικρόβιο της σχετικής θέσης και των συμφερόντων των κρατών-μελών στα πλαίσια της Ένωσης. Η γερμανική πλευρά προσπαθεί να θεσμοθετήσει την επικυριαρχία της στην Ηπειρωτική Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, η Γαλλία προσπαθεί να καταστεί ισχυρός πόλος της Ένωσης, αμφισβητώντας την κυριαρχία των Γερμανών και προσπαθώντας να προσεταιριστεί ασθενέστερα οικονομικά και πολιτικά κράτη-μέλη με ισχυρή εθνική συνείδηση. Στην προσπάθεια αυτή εμφανίζεται έτοιμη να υποβαθμίσει και την ίδια τη σημασία του πολυθρύλητου ‘Γαλλογερμανικού ‘Αξονα’.

Και ενώ η πανευρωπαϊκή πολιτική σκέψη εμφανίζεται εγκλωβισμένη σε αυτό το δίπολο, προσπαθώντας να διαμορφώσει το πολιτικό σύστημα για την Ευρώπη του μέλλοντος, αγνοεί παρ’ όλα αυτά ή εσκεμμένα εθελοτυφλεί σε ότι αφορά ένα συγκεκριμένο δικαίωμα που αποτελεί βασική συνταγματική επιταγή σε όλα τα κράτη μέλη, τη λαϊκή κυριαρχία. Οι δημοκρατικές διαδικασίες στα στενά όρια των κρατών μελών, και συγκεκριμένα η εκλογή της κυβέρνησης ή του προέδρου απ’ ευθείας από το λαό, εξασφαλίζει έστω και σε μικρό βαθμό το ελάχιστο δημοκρατικό δικαίωμα της λαϊκής κυριαρχίας. Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, εμφανίζεται η τάση να μετατίθενται αρμοδιότητες ευρωπαϊκού επιπέδου σε όργανα όχι δημοκρατικά εκλεγμένα αλλά διορισμένα, συχνά μέσω διαδικασιών εκβιασμού κάτω από το τραπέζι ή συμβιβασμού και σύμπλευσης. Πρόσφατη είναι η παραίτηση σύσσωμης της Commission κάτω από το βάρος ενδείξεων για σοβαρά οικονομικά σκάνδαλα. Από την άλλη πλευρά το Ευρωκοινοβούλιο είναι πλήρως αποψιλωμένο από αρμοδιότητες ελέγχου της δράσης της Commission. Και μόνο το γεγονός ότι η θεσμοθέτηση της συναπόφασης Ευρωκοινοβουλίου και Commission σε θέματα προϋπολογισμού θεωρήθηκε νίκη της δημοκρατίας, καταδεικνύει το βαθμό στον οποίο τα αυτονόητα δικαιώματα πολιτικού ελέγχου έχουν παραγκωνιστεί σε υπερθετικό βαθμό.

Αν η ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη επιθυμεί το σχεδιασμό του μελλοντικού ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, τότε θα πρέπει να θεμελιώσει αυτό, σε κάθε περίπτωση, πάνω στη λαϊκή κυριαρχία. Πρέπει οποιοδήποτε όργανο ασκεί νομοθετική ή εκτελεστική εξουσία να εκλέγεται. Πρέπει να διασφαλισθούν μηχανισμοί ελέγχου των εφαρμοζόμενων πολιτικών. Πρέπει να προβλεφθούν δικαιώματα αρνησικυρίας για τις τοπικές κοινωνίες σε πρώτο βαθμό, και για τα κράτη-μέλη σε δεύτερο βαθμό, ώστε να διασφαλίζεται η μη υποβάθμιση του ρόλου τους ή της ποιότητας ζωής και των δημοκρατικών δικαιωμάτων στα πλαίσιά τους. Αν ο ευρωπαϊκός κεντρικός σχεδιασμός επιθυμεί πολίτες συνειδητά ενταγμένους στην Ένωση και όχι Ευρωσκεπτικιστές, τότε θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπ’ όψη τα θεμελιώδη συνταγματικά, δημοκρατικά και ανθρώπινα δικαιώματα.

(Πρώτη δημοσίευση: www.electridea.gr – Τεύχος 1 – Οκτώβριος 2001)

~ από Dream Geizer στο 3/10/2001.

Υποβολή απάντησης